Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΟΠΛΙΣΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΑΤΩΝ ΤΟΥ "ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΥ" ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ.

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΟΠΛΙΣΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΑΤΩΝ ΤΟΥ "ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΥ" ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ.
Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.


"Επίσης, οι φράουλες στην Ηλεία, ο «κόκκινος χρυσός» της Μανωλάδας και της Βάρδας, κρύβει ανθρώπους πρωτοπόρους και αναπτύχθηκε εκτατικά. Υπήρξαν ειδικές καλλιεργητικές πρακτικές, αλλά οργανώθηκαν συλλογικά και οι παραγωγοί. Επενδύθηκαν μεν χρήματα, αλλά οργανώθηκαν και οι παραγωγοί σε ομάδα."
" Γ. Παπανδρέου  -  ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
                                                                                                         Αθήνα, 31 Μαρτίου 2011"
Φίλες και φίλοι, εντυπωσιάστηκα και εγώ σήμερα και ένιωσα χαρά, θα έλεγα ακόμα και συγκίνηση, γιατί όπως είπε και ο Υπουργός, ο Κώστας Σκανδαλίδης, εδώ υπάρχει πραγματικά ένα δυναμικό ανθρώπων, που όχι μόνο πασχίζουν, όχι μόνο αγαπάνε τη δουλειά τους, αλλά και αναδεικνύουν το τι μπορούμε να κάνουμε.
Γιατί όλους αυτούς τους μήνες, θα έλεγα εδώ και πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, δημιουργείται ένα κλίμα απαισιοδοξίας: «η Ελλάδα δεν μπορεί, δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε, καταστρέφεται η χώρα μας…».
Κατ’ αρχήν, καταφέραμε και δεν χρεοκοπήσαμε, με τις προσπάθειες του Ελληνικού λαού. Αλλά εσείς δείχνετε και το τι μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα, με την καινοτομία σας, με την προσπάθειά σας και με τις επιτυχίες σας – πράγματι, με τις επιτυχίες σας.
Δεν είναι απαισιόδοξα  τα πράγματα στη χώρα μας. Εσείς φέρνετε την αισιοδοξία, με τη δουλειά σας, το κέφι σας, την καινοτομία σας, τη σκέψη σας και την προσπάθειά σας.
Σας συγχαίρω, λοιπόν, γιατί εσείς είστε που δημιουργείτε τη νέα ταυτότητα της χώρας μας, αυτήν που χρειαζόμασταν και που ξέρουμε ότι μπορούμε να την έχουμε.
Μια νέα ταυτότητα, που ανοίγει νέους ορίζοντες δημιουργικότητας, που επενδύει στην ποιότητα, σ’ έναν παραδοσιακό κλάδο, συνδεδεμένο με την ιστορία και την παράδοσή μας, τον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα. Με Συνεταιρισμούς και εταιρείες, που μπορούν και καινοτομούν και που πολλές φορές πέτυχαν και πετυχαίνουν, όχι πάντα με τη βοήθεια – αν και υπάρχει και αυτή – του κράτους. Γιατί φαίνεται ότι, ενώ υπάρχει και εκεί βοήθεια από το κράτος, πολλές φορές, οι περισσότεροι πολίτες αισθάνονται το κράτος, όχι ως σύμμαχο ή ως υποστηρικτή, αλλά ως εμπόδιο.
Άρα, λοιπόν, ακόμα και με εμπόδιο το κράτος πολλές φορές, εσείς τα καταφέρνετε. Και βεβαίως, το επίκεντρο της πρωτοφανούς κρίσης που ζούμε, είναι ένα κράτος, όχι της ανάπτυξης, αλλά της υπανάπτυξης. Ένα κράτος εξάρτησης και όχι ανάδειξης των δικών μας δυνατοτήτων και συγκριτικών πλεονεκτημάτων.
Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στην κακοδιαχείριση του πλούτου μας, του δημόσιου χρήματος, αλλά και γενικότερα της περιουσίας μας, σε στρεβλώσεις και του κράτους, και της αγοράς, που διαμόρφωσαν τελικά ένα σαθρό μοντέλο ανάπτυξης. Τι σημαίνει ένα σαθρό μοντέλο ανάπτυξης; Για μας, σημαίνει μία Ελλάδα που, τελικά, αντί να παράγει και να εξάγει, για πάρα πολλά χρόνια, απλώς έκανε εισαγωγές, καταναλώνοντας ξένα προϊόντα.
Επαναπαυθήκαμε, επίσης, στην ευκολία των επιδοτήσεων, των δανεικών χρημάτων, τα οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν επενδύθηκαν εκεί όπου θα έπρεπε, παραγωγικά, αλλά σπαταλήθηκαν, σίγουρα στο δημόσιο, πολλές φορές, όμως, και στον ιδιωτικό τομέα. Αδιαφάνεια και διαφθορά – αυτά πληρώνει σήμερα ο Έλληνας και η Ελληνίδα.
Και οι συνέπειες αυτής  της πορείας δεν ήταν μόνο καταστροφικές  για την οικονομία, αλλά δημιούργησαν κρίση και στους θεσμούς της κοινωνίας μας, μια κρίση αξιών.
Αυτό το μοντέλο, το εισαγωγικό, αν θέλετε, το καταναλωτικό και μη παραγωγικό, υπονόμευσε τελικά και τη δημιουργικότητα του Έλληνα, την έβαλε σε λήθαργο, σε εξάρτηση και αχρήστευσε τις παραγωγικές μας δυνάμεις και δομές – μας κοίμισε. Και φυσικά, έπνιξε και τη χώρα στα χρέη, με αποτέλεσμα την εξάρτησή μας από δάνειες δυνάμεις.
Είναι κρίμα για μια  χώρα όπως η Ελλάδα, με τόσες πολλές δυνατότητες, πράγμα που αποδεικνύετε εσείς, με φυσικά πλεονεκτήματα, με άρτια καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, να μην μπορεί να εκμεταλλεύεται όλες αυτές τις δυνατότητες, και με το παραπάνω. Έτσι, χάθηκε η αξιοπιστία της χώρας μας.
Λέω πολλές φορές ότι, το μεγαλύτερο έλλειμμα που είχαμε, δεν ήταν το οικονομικό, αλλά το έλλειμμα αξιοπιστίας. Δεν μας πίστευαν. Μα το ίδιο δεν συνέβαινε και με τα προϊόντα μας; Το είπε κάποιος στο προηγούμενο εργαστήριο, στο οποίο παραβρέθηκα – έλεγε το όνομα «Καλαμάτα».
Μα το όνομα «Καλαμάτα», είναι η αξιοπιστία. Είναι το κύρος. Αν το χάσουμε αυτό, πώς θα πουλήσουμε το προϊόν μας; Ποιος θα αγοράσει το ελληνικό προϊόν, εάν δεν προστατεύσουμε αυτή την αξιοπιστία, αυτό το κύρος; Βεβαίως, δεν προστατεύεται με λόγια, προστατεύεται με πράξεις.
Όπως έγινε και με άλλους, ελπιδοφόρους τομείς της οικονομίας μας, αφήσαμε και τον αγροτικό τομέα, σε μεγάλο βαθμό, στην τύχη του. Πολλοί στηρίχθηκαν αποκλειστικά σε επιδοτήσεις. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι και αυτές είναι απαραίτητες, όχι όμως και να υποκαταστήσουν την υγιή επιχειρηματικότητα. Και έτσι, αναπτύξαμε μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, που δεν είχε μέλλον.
Αγροτικοί Συνεταιρισμοί: δυστυχώς, και αυτοί «μολύνθηκαν», αν θέλετε, με το μικρόβιο ενός πολιτικού συστήματος, το οποίο, αυτή τη στιγμή, κάνουμε προσπάθεια να αλλάξουμε. Έγινε ένας φορέας πελατειακός, αντί να είναι ένας συλλογικός φορέας, εταίρων που συνεργάζονται μεταξύ τους. Ήταν ένας αγώνας, «ποιον θα βάλουμε, ποιον θα στηρίξουμε, άντε να βοηθήσουμε λίγο εδώ, άντε να μπούμε στον παραγοντισμό της πολιτικής» και, βεβαίως, και εκεί υπήρξε κακοδιαχείριση και σπατάλη. Δεν λέω παντού, αλλά δυστυχώς είναι ο κανόνας.
Αυτό το μοντέλο αδίκησε τη χώρα μας, αδίκησε τις δυνατότητές μας, αδίκησε τις παραγωγικές δυνάμεις. Γι‘ αυτό, εδώ και 18 μήνες τώρα, λέμε ότι γυρίζουμε οριστικά σελίδα, χτίζουμε πάλι και χτίζουμε κάτι διαφορετικό. Το να γκρεμίσεις είναι εύκολο, γίνεται και σε μια μέρα. Το να χτίσεις ή να ξαναχτίσεις, όμως, θέλει κόπο, χρόνο και συλλογική δουλειά.
Και αυτό κάνουμε, για μια πατρίδα εξωστρεφή και παραγωγική. Για να στηριζόμαστε στα δικά μας πόδια, στις δικές μας δυνάμεις, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς έξωθεν επιβουλές και επιτηρήσεις. Για να μπορούμε να είμαστε εμείς κυρίαρχοι του εαυτού μας.
Υπάρχει δυνατότητα για  την ελληνική γεωργία, για την  ελληνική κτηνοτροφία; Ξέρω, γιατί κι εγώ γυρνάω ανά την Ελλάδα, ότι πολλές φορές ακόμα και οι νέοι άνθρωποι αισθάνονται ένα φόβο. Υπάρχει προοπτική γι’ αυτό τον τομέα, λοιπόν, ή μήπως πρέπει να τον εγκαταλείψουμε;
Εσείς, το δικό σας παράδειγμα, νομίζω ότι αποδεικνύει ακριβώς ότι μπορούμε και, μάλιστα, μπορούμε και πολύ καλά. Υπάρχει αυτός ο άλλος δρόμος. Είναι θέμα και απόφασης, και βούλησης και, βεβαίως, και σωστής οργάνωσης. Εσείς έχετε δείξει ότι μπορούμε, όμως, όπως είδα και με τον Συνεταιρισμό του Βελβεντού, με την κοινοπραξία που δημιούργησαν εκεί.
Θα στραφούμε στην ποιότητα, όχι στην ποσότητα, που  δεν μπορούμε να έχουμε ως χώρα, για πολλούς λόγους. Μιλάω για τα σπαράγγια του Αγροτικού Συνεταιρισμού «Αχελώος», που στο σύνολό τους σχεδόν εξάγονται στη Γερμανία. Μιλάω για τον Αγροτικό Συνεταιρισμό στη Λέσβο, που έχει κατακτήσει με την ποιότητά του την αγορά της Κίνας. Ή για τον Πτηνοτροφικό Συνεταιρισμό της Πίνδου, που εξάγει προϊόντα σε όλα τα Βαλκάνια. Όπως και για τα σαλιγκάρια, που άκουσα προηγουμένως.
Το καρπούζι, το πιο  πρώιμο υπαίθριο καρπούζι της Ευρώπης, στην περιοχή της Τριφυλίας, μια δουλειά συστηματική 25 ετών και με συνεργασία επιστημονική, με καινοτομία και σκληρή εργασία και, βεβαίως, και με τη βοήθεια του κράτους.
Επίσης, οι φράουλες στην Ηλεία, ο «κόκκινος χρυσός» της Μανωλάδας και της Βάρδας, κρύβει ανθρώπους πρωτοπόρους και αναπτύχθηκε εκτατικά. Υπήρξαν ειδικές καλλιεργητικές πρακτικές, αλλά οργανώθηκαν συλλογικά και οι παραγωγοί. Επενδύθηκαν μεν χρήματα, αλλά οργανώθηκαν και οι παραγωγοί σε ομάδα.
Ή για την αντιμετώπιση επιβλαβών ασθενειών και εντόμων, που έγινε πριν από δύο χρόνια μία μεγάλη προσπάθεια. Μελέτη και καταγραφή φυσικών εχθρών, ώστε να αντιμετωπιστούν χωρίς φυτοφάρμακα και χωρίς έξοδα για τους αγρότες. Και αυτό επεκτάθηκε σε πολλές περιοχές της χώρας μας, για να προστατευθεί ένα προϊόν. Καινοτομία και εδώ. Μεσαίου μεγέθους θερμοκήπια, υψηλής τεχνολογίας, με υδροπονικά συστήματα καλλιέργειας.
Ελεγχόμενο ατμοσφαιρικό περιβάλλον, έτσι ώστε να αποφευχθούν επιβλαβείς μολύνσεις, να αξιοποιηθεί το βρόχινο νερό, να υπάρχει αυτοματισμός και να υπάρχουν και οι ανώτερες δυνατές στρεμματικές αποδόσεις για καλύτερο εισόδημα, αλλά και για την προστασία του περιβάλλοντος, την αειφορία και την ποιότητα.
Αυτά είναι που δείχνουν την καινοτομία, τη δυνατότητα και την προσπάθεια που γίνεται. Από τα Τρίκαλα, για παράδειγμα, είδα τον κτηνοτρόφο, τον Δήμο – είναι εδώ – για τον οποίο είπα ότι «φυλάει Θερμοπύλες», διότι κρατά ένα ζωικό κεφάλαιο, με ελληνικές φυλές, που είναι ένα πολύ βασικό στοιχείο για να μπορούμε να έχουμε τη δική μας ταυτότητα, ο οποίος δίνει και αυτός τη μάχη του, σε αυτή την εθνική προσπάθεια.
Καινοτομία, που θα έπρεπε να είναι – και το είπε κάποιος στο εργαστήρι, προηγουμένως – αυτονόητη. Όπως είναι καινοτομία, όχι μόνο τεχνολογική, αλλά και οργανωτική, και το γεγονός ότι κάποιοι Συνεταιρισμοί στη Δυτική Μακεδονία βρέθηκαν μεταξύ τους και έκαναν μια κοινοπραξία, για να μπορούν να προωθήσουν καλύτερα, με καλό marketing, τα προϊόντα τους στη Ρωσία και αλλού. Και τα κατάφεραν.
Αυτή είναι μια καινοτομία, που θα έπρεπε όμως να είναι αυτονόητη. Είναι μια επανάσταση, όπως λέμε, του αυτονόητου. Η καινοτομία στην Καλαμάτα, με τα «smart phones», τα κινητά τηλέφωνα. Ο αγρότης, ο παραγωγός, πάει στο χωράφι, στην ελιά, παρακολουθεί και βάζει όλα τα δεδομένα, με έναν απλό τρόπο πια, για να μπορεί να παρακολουθείται η παραγωγή και οι ασθένειες, με αυτόματο τρόπο.
Όλα αυτά δείχνουν ότι  μπορούμε. Εσείς το αποδεικνύετε. Και πιστεύω βαθιά, ότι η Ελλάδα είναι μια τυχερή χώρα. Έχει έδαφος πλούσιο, έχει βιοποικιλότητα απίστευτη, έχει περιβαλλοντικούς και φυσικούς πόρους αναρίθμητους, που σήμερα πια, στη συγκυρία όπου είμαστε παγκοσμίως, είναι καθοριστικής σημασίας.
Βλέπουμε τι γίνεται, παραδείγματος χάρη, στην Ιαπωνία. Το θέμα του περιβάλλοντος γίνεται όλο και πιο σημαντικό για τη διατροφή, την υγεία, τα προϊόντα μας και την ταυτότητά τους – και όχι μόνο στο διατροφικό τομέα. Έχουμε πλούτο σε παράδοση, σε ποικιλία και, βεβαίως, μπορούμε να θαυματουργήσουμε, εσείς το έχετε αποδείξει.
Από την πλευρά μας, ως κράτος, έχουμε δύο πράγματα που πρέπει να κάνουμε. Πρώτα απ’ όλα, να σας απελευθερώσουμε από απίστευτες – πολλές φορές – γραφειοκρατικές διαδικασίες, πολυνομίες και συναρμοδιότητες, που δημιουργούν εμπόδια. Και δεύτερον, να σας στηρίξουμε με απλούς, αλλά αποτελεσματικούς τρόπους.
Κατ’ αρχήν, πρέπει να δούμε πώς θα διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο, το οποίο θα συμβάλλει – και έχει μιλήσει πολλές φορές γι’ αυτό ο δικός σας Υπουργός, ο Κώστας Σκανδαλίδης – σε μια ταυτότητα ελληνική, αξιοποιώντας τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα και δημιουργώντας ποιότητα και αξία, μέσα από την πιστοποίηση και την ιχνηλασιμότητα.
Αξιοποιώντας την παράδοσή μας, του πολιτισμού αλλά και της γνώσης, στον τομέα της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Συνδυάζοντας την παράδοση, ως πρώτη ύλη – γιατί η παράδοσή μας, είναι και αυτή μια πρώτη ύλη του προϊόντος – με τη σύγχρονη τεχνολογία, ώστε να την αφομοιώσουμε και να την αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Άρα, λοιπόν, συνδυάζοντας την ιστορία μας με τη σύγχρονη τεχνολογία, που σημαίνει και καινοτομία, και συλλογικότητα της δουλειάς μας, ώστε να μπορούμε να κάνουμε σε κάθε Περιφέρεια το καλάθι των προϊόντων, με την ιδιαίτερη ταυτότητα της υψηλής ποιότητας και των διεθνών προδιαγραφών.
Η μεταρρύθμιση στον αγροτικό χώρο είναι εξίσου μεγάλη, με αυτήν που κάνουμε στην οικονομία γενικότερα, στο κράτος, στα σχολεία μας, στα Πανεπιστήμιά μας και στο χώρο της υγείας. Είναι όμως καθοριστική και για να μπορέσουμε να μειώσουμε – και ήδη το κάνουμε – ακόμα και να μηδενίσουμε, το εμπορικό μας έλλειμμα.
Να υπάρξει αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας, όπως και στον τομέα του τουρισμού ή του αγροτουρισμού, και να διαμορφώσουμε ένα πεδίο που παράγει θέσεις εργασίας, δουλειές για τον κόσμο και, βεβαίως, να γινόμαστε όλο και περισσότερο εξαγωγική χώρα. Και εδώ, πράγματι, μέσα από τις δικές σας προσπάθειες, είδα ότι εσείς το έχετε πετύχει αυτό. Έχετε ανοίξει αυτό το δρόμο, αποτελεσματικά.
Υπάρχουν πολλές δυνατότητες. Για παράδειγμα, η συμβολαϊκή γεωργία και κτηνοτροφία, πιστεύω ότι θα είναι όλο και περισσότερο επίκαιρη και θα υπάρξουν δυνατότητες σε αυτό τον τομέα. Έχοντας τακτικές επαφές – όπως βλέπετε – με πολλούς ηγέτες ανά τον κόσμο, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και αλλού, βλέπω τη μεγάλη αγωνία πολλών χωρών για τη λεγόμενη «διατροφική ασφάλεια».
Η διατροφική ασφάλεια είναι κρίσιμο μέγεθος, πρώτα απ’ όλα, για μας τους ίδιους και, δεύτερον, για πολλές άλλες χώρες που προσβλέπουν στην Ελλάδα και θέλουν να έρθουν εδώ – από τον αραβικό κόσμο, από τη Ρωσία και από άλλες περιοχές – για συμβολαϊκή γεωργία, ώστε να μπορούν να διασφαλίσουν για πολλά χρόνια τη σιγουριά της διατροφής τους και, μάλιστα, της υγιεινής διατροφής.
Εμείς πρέπει να σας ενισχύσουμε, επίσης – και ειπώθηκε προηγουμένως – με εκπαίδευση και γνώση. Είναι απαράδεκτο στη χώρα μας να μην έχουμε, ουσιαστικά, Γεωργικές Σχολές. Υπάρχει μια πρότυπη και καλή Σχολή, η Αμερικανική Γεωργική Σχολή στην Θεσσαλονίκη. Στην Ήπειρο, επίσης, υπάρχει όντως μια μικρή Σχολή για τους κτηνοτρόφους. Ουσιαστικά, όμως, δεν έχουμε Σχολές για γεωργούς και κτηνοτρόφους.
Βέβαια, βγάζουμε κτηνιάτρους και γεωπόνους, αλλά αυτοί δεν είναι καλλιεργητές, δεν είναι κτηνοτρόφοι, δεν είναι εκείνοι που θα δουν το σύνολο, από την παραγωγή μέχρι το marketing, τη μεταποίηση, τη συλλογική λειτουργία, τις προδιαγραφές και την εποπτεία.
Άρα, λοιπόν, η εκπαίδευση, για μας, είναι πάρα πολύ σημαντικό στοιχείο και θα δώσουμε βάρος σε αυτό. Και εκπαίδευση, σημαίνει βεβαίως να κάνουμε επαγγελματία τον αγρότη και τον κτηνοτρόφο, αλλά δεν σημαίνει μόνον αυτό. Σημαίνει αυτό που κάνουμε και σήμερα, αλλά με συνεχή τρόπο, με την ανταλλαγή γνώσης και με καλές πρακτικές, ώστε να μάθουμε ο ένας από τον άλλο.
Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό που μας έλεγε προηγουμένως ο παραγωγός τομάτας, από τον Συνεταιρισμό στο Λασίθι. Μας μιλούσε νωρίτερα γι’ αυτό το θέμα και τον άκουσα πολλές φορές να λέει: «ξεκινήσαμε, αλλά δεν είχαμε γνώσεις, δεν ξέραμε αυτό, δεν ξέραμε το άλλο». Πάλι καλά που πετύχανε! Με επιμονή, με υπομονή και με προσπάθειες.
Γι’ αυτές τις βασικές γνώσεις, η Πολιτεία πρέπει να συμβάλει και να σας βοηθήσει. Μπορείτε, ενδεχομένως, να αναλάβετε εσείς αυτές τις Σχολές και να σας στηρίξουμε, βεβαίως, κι εμείς.
Επιπλέον, πρέπει να δούμε την ψηφιακή εκπαίδευση, όπως κάνουμε τώρα με τα σχολεία. Σήμερα, στα σχολεία, στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, ο νέος και η νέα μπορούν να μπουν στο Διαδίκτυο και να παρακολουθήσουν ακόμα και μαθήματα. Έτσι, «σπάμε» σιγά – σιγά το φροντιστήριο. Για να έχουν στήριξη τα παιδιά, όπου κι αν βρίσκονται, σε όποια γειτονιά, σε όποιο χωριό και από όποια κοινωνική τάξη κι αν προέρχονται. Χθες, για παράδειγμα, έμαθα ότι μέσα σε μία ημέρα, μπήκαν στην ιστοσελίδα του Ψηφιακού Σχολείου 150.000 άτομα.
Έτσι πρέπει να στηρίξουμε και τον γεωργό, και τον κτηνοτρόφο. Όπως επίσης, πρέπει να διαμορφώσουμε και μια άλλη καταναλωτική συνείδηση μέσα από τα σχολεία. Όπως κάνουν και σε άλλες χώρες – και μας το έδειξε ένας από τους παρουσιαστές στο Εργαστήρι στη Βαρκελώνη, πώς περνάνε μέσα από τα σχολεία την καταναλωτική συνείδηση, αλλά και την αίσθηση της περηφάνιας για το δικό τους, ισπανικό προϊόν.
Το ίδιο πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Γίνεται τώρα ένα πρόγραμμα, μέσα από το οποίο τα σχολεία μας, σιγά – σιγά, θα μπορούν να παίρνουν πληροφορίες από τον αγροτικό χώρο κάθε περιοχής και να μαθαίνουν στα παιδιά της περιοχής, αλλά και των πόλεων, τι σημαίνει γεωργία, τι σημαίνει ελληνικό προϊόν, τι σημαίνει υγιές ελληνικό προϊόν και διατροφή.
Και όλα αυτά, να καταλήξουν – επίσης με την εκπαίδευση – σε Γεωργικές Σχολές, ώστε να δημιουργείται ένα «πράσινο» πιστοποιητικό. Δηλαδή, να έχει ο καθένας ένα πιστοποιητικό για τις γνώσεις που διαθέτει και, παράλληλα, να κατοχυρώσουμε στην ελληνική γεωργία τη δική μας εθνική περιουσία, σε σπόρους, φυλές και φυτώρια.
Τα παραδείγματα που ανέφερα, βεβαίως, είναι ενδεικτικά. Υπάρχουν πολλά ακόμα και αυτό, νομίζω, είναι ένα πολύ θετικό μήνυμα. Έχουμε όμως κι άλλα τα οποία πρέπει να κάνουμε, όπως είναι η αναδιοργάνωση του συνεταιριστικού τομέα.
Ήδη, προωθείται το νομοσχέδιο για τις μεγάλες αλλαγές και σε αυτό τον τομέα. Αναμόρφωση των Αγροτικών Συνεταιρισμών, ώστε να είναι υγιείς οικονομικά, αποτελεσματικοί και να μπορούν να στηρίξουν ουσιαστικά την παραγωγή, τον παραγωγό και, βεβαίως, τα ελληνικά προϊόντα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Να σπάσουν τις πελατειακές σχέσεις ή και τις «Ενώσεις – σφραγίδες».
Ψηφίστηκε χθες το νομοσχέδιο για τη θεσμοθέτηση του Ενιαίου Μητρώου Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων. Για να προστατευθεί και ο αγρότης, αλλά και η τιμή του προϊόντος και, βεβαίως, ο καταναλωτής. Γιατί κι εγώ άκουσα πολλούς, στο προηγούμενο Εργαστήρι, να λένε: «δεν ξέραμε πού πήγαιναν τα προϊόντα μας, κάπου τα δίναμε, αλλά πώς τα αξιοποιούσαν, πού πήγαιναν και πώς τα προέβαλαν, δεν ξέραμε».
Το φθινόπωρο, στοχεύουμε να ξεκινήσουμε μια διαδικασία κωδικοποίησης και απλοποίησης του συνόλου της γεωργικής νομοθεσίας, επιτέλους, ώστε να είναι ένα ενιαίο κείμενο, κατανοητό, εύληπτο, χωρίς αντιφάσεις και ταλαιπωρίες.
Όπως βεβαίως, στοχεύουμε και στη συνέχιση της προσπάθειας πιστοποίησης, με τα διάφορα ISO, για τα προϊόντα που θα δώσουν τον μπούσουλα και τη δυνατότητα, ώστε ο κάθε παραγωγός να μπορεί να κατασκευάζει ολοκληρωμένα συστήματα διαχείρισης, από το προϊόν μέχρι και τα απόβλητα ακόμα, που επιδεικνύουν και περιβαλλοντική συνείδηση.
Όλα αυτά, βεβαίως, δεν μπορούν να γίνουν μόνο με νόμους. Στην Ελλάδα, έχουμε πολλούς νόμους. Έχουμε κάνει το νόμο εργαλείο – υποτίθεται – για να λύσει όλα τα προβλήματα. Είναι λάθος αυτή η αντίληψη. Χρειάζεται, θα έλεγα, μία από-«νομικοποίηση» της οικονομίας μας.
Αυτό που χρειάζεται είναι η συμμετοχή όλων. Σαράντα – πενήντα, πόσοι είμαστε στην Κυβέρνηση, δεν θα μπορέσουμε μόνοι μας να φτιάξουμε αυτή την καινούργια Ελλάδα. Εμείς θα κάνουμε αυτό που πρέπει, αλλά χρειάζεται η συμμετοχή όλων.
Χρειάζεται η συμμετοχή, χρειάζεται η συλλογική προσπάθεια, και στο χώρο της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Η συλλογικότητα ήταν μια ξένη λέξη, αλλά σκεφτείτε, στην Ελλάδα του μικρού κλήρου, πόσο σημαντική είναι η έννοια της συλλογικότητας και πόσο δυνατή μπορεί να είναι, αν θέλουμε να ανταγωνιστούμε και να έχουμε όνομα προέλευσης, όνομα ποιότητας στα προϊόντα μας, που να ακούγεται και να συνδέεται με τις αξίες που θέλουμε να αναδείξουμε ως χώρα.
Ξέρω όμως ότι, μιλώντας για τη συμμετοχή εδώ, μιλώ σε ανοιχτές πόρτες. Γιατί εσείς έχετε αποδείξει, στον εαυτό σας πρώτα απ’ όλα, αλλά το αποδεικνύετε ακόμα περισσότερο σήμερα, σε μια κρίσιμη στιγμή για τον Ελληνισμό, ότι η Ελλάδα, ο Έλληνας, η Ελληνίδα, αξίζουμε και μπορούμε, παρά τα όσα γράφονται, πολλές φορές, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και αλλού.
Μπορούμε να σπάσουμε αυτό το φαύλο κύκλο της μιζέριας, της μοιρολατρίας, του «ωχαδερφισμού», της αναμονής του «μάννα εξ ουρανού», να πάρουμε εμείς την κατάσταση στα χέρια μας – αυτό, εσείς το έχετε αποδείξει – και να φτιάξουμε μια καλύτερη Ελλάδα.
Η σημερινή ημέρα, είναι για μένα μια αισιόδοξη ημέρα, βλέποντας τα δικά σας πρόσωπα και τη δική σας προσπάθεια. Θέλω να ξέρετε ότι είμαστε δίπλα σας και θα είμαστε δίπλα σας, για να φτιάξουμε μαζί αυτή την Ελλάδα που όλοι αξίζουμε.
Σας ευχαριστώ πολύ.

Αληθινή Ιστορία "Στόχος η Ανθρωπότητα"

Ένα video 9,5 λεπτών. Είναι η πραγματικότητα που προσπαθείς να κρύψεις.
"Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα."
" Α. ΑΪΝΣΤΑΪΝ"
Μέτρησα 250 εικόνες. "Μία εικόνα = χίλιες λέξεις"....



"Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα."
" Ν. ΚΑΖΑΤΖΑΚΗΣ"

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Μάκης Βορίδης - το προσωπείο ενός δημοκράτη


Ο Μάκης Βορίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964.
Είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών.
Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιο Αθηνών, από την οποία απέκτησε το πτυχίου του με «Άριστα» το 1990.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδων με διάκριση Merit απο το «University College of London» (UCL), με ειδίκευση στο Εμπορικό και το Ναυτικό Δίκαιο.
Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1996 με ειδίκευση τις ποινικές και αγορανομικές υποθέσεις, καθώς και τα αδικήματα τύπου.
Είναι παντρεμένος με την παιδίατρο Δανάη Μιχελάκου, με την οποία έχει ένα γιο.
Μιλά απταίστως Αγγλικά και Γαλλικά.
Το 2006 εξελέγη Νομαρχιακός Σύμβουλος Ανατολικής Αττικής. Τον Σεπτέμβριο του 2007 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Αττικής και επανεξελέγη τον Οκτώβριο του 2009 στην ίδια Περιφέρεια. Το Νοέμβριο του 2011 ορκίστηκε Υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων στην Κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου.
Τον Φεβρουάριο του 2012 προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία.

ΕΜΕΙΣ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ


Δυο ανθρώπους επέλεξε ο δικτάτορας και πρώην σύνδεσμος της CIA, Γ.Παπαδόπουλος να τον εκπροσωπούν στη νεολαία της ΕΠΕΝ όταν βρισκόταν στη φυλακή. Τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Μάκη Βορίδη και τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής Νίκο Μιχαλολιάκο. Αρχηγοί και οι δυο της νεολαίας της φασιστικής ΕΠΕΝ βρήκαν το δρόμο τους προς το ελληνικό κοινοβούλιο.
Θα τρίζουν σίγουρα τα κόκαλα του Αλέξανδρου Παναγούλη, ο οποίος πριν από 45 χρόνια επιχείρησε να δολοφονήσει τον δικτάτορα με μια «τρομοκρατική» επίθεση. Ο Παπαδόπουλος κινούνταν προς την Αθήνα από την έπαυλή του στο Λαγονήσι – που του είχε παραχωρήσει ο Ωνάσης – όταν μια βομβιστική επίθεση απέτυχε για λίγα μόλις δευτερόλεπτα να σκοτώσει τον αιμοσταγή δικτάτορα.
Το ερώτημα, κύριοι της Νέας Δημοκρατίας είναι: μήπως εκτός από τα κόκαλα του Παναγούλη τρίζουν ακόμη και τα κόκαλα του Κωνσταντίνου Καραμανλή; Η απέχθεια βέβαια του «εθνάρχη» προς τη δημοκρατία είναι γνωστή και τεκμηριωμένη αδυνατούμε όμως να πιστέψουμε ότι θα έβαζε έναν άνθρωπο του Παπαδόπουλου στο κόμμα του…

Ο Μάκης Βορίδης έχει διατελέσει Γενικός Γραμματέας της Νεολαίας της Ε.Π.ΕΝ., κόμματος, το οποίο είχε ιδρύσει μέσα από την φυλακή ο έγκλειστος επικεφαλής της Χούντας των Συνταγματαρχών Γεώργιος Παπαδόπουλος, πόστο στο οποίο παρέμεινε μέχρι το 1990.
Ως φοιτητής, ο Μάκης Βορίδης ίδρυσε την φοιτητική οργάνωση Φοιτητική Εναλλακτική, ως επικεφαλής της οποίας διεγράφη από το σύλλογο φοιτητών Νομικής για φασιστική δράση το 1985.
Στις φωτογραφίες βλέπετε τον Μάκη Βορίδη σε νεανική ηλικία ροπαλοφόρο φοιτητή της νομικής να συμμετέχει σε επεισόδια:
Το 1986 η ΕΦΕΕ υπέβαλλε μήνυση εναντίον του Μάκη Βορίδη για τη συμμετοχή του σε επίθεση φασιστών κατά φοιτητών της Νομικής, η οποία ωστόσο δεν είχε κάποια τύχη. Η φωτογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στον «Ιό» (9.6.2002) κι εν συνεχεία έκανε το γύρο του Ιντερνετ, χάρη σε αντιφασιστικά σάιτ όπως το Jungle Report.


Πώς τα τηλεπαράθυρα έχουν "ξεχάσει" τους ακροδεξιούς μιμητές της 17Ν
Ο γνωστός-άγνωστος κ. Βορίδης 
 


ΑΝ ΚΑΤΙ ΞΑΦΝΙΑΖΕΙ στην ακατάσχετη τηλεοπτική τρομοφλυαρία, είναι η γενικευμένη αμνησία που φαίνεται να έχει καταλάβει όσους μετέχουν σ' αυτή. Δεν αναφερόμαστε εδώ στα "μαργαριτάρια" και τα κραυγαλέα ιστορικά λάθη που αλιεύει κανείς καθημερινά, με αυτουργούς ανθρώπους που αρέσκονται να δηλώνουν "ειδικοί" επί του τρομοκρατικού φαινομένου. Το σημαντικότερο είναι η - εσκεμμένη ή αθέλητη- αποσιώπηση της πολιτικής ταυτότητας και δράσης πολλών από τους πρωταγωνιστές της συζήτησης. Με αποτέλεσμα, ο θεατής να στερείται πολύ κρίσιμα δεδομένα, που θα του επέτρεπαν να σχηματίσει ακριβή εικόνα για το πολιτικό διακύβευμα της όλης επιχείρησης.

Η περίπτωση του Μάκη Βορίδη είναι απ' αυτή την άποψη εξαιρετικά διαφωτιστική. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα ("Ε" 28.9.02), ο πρόεδρος του λεπενικού "Ελληνικού Μετώπου" υπήρξε ένας από τους βασικούς πληροφορητές της κοινής γνώμης για το επίμαχο θέμα: μέσα σε 78 μέρες (30.6-15.9) εμφανίστηκε συνολικά σε 23 κεντρικά ειδησεογραφικά δελτία, προκειμένου να μας διαφωτίσει για τα "τρομοκρατικά". Η επίδοσή του αυτή τον ανέδειξε στη δέκατη θέση, σ' ένα σύνολο 56 "ειδημόνων" - πολύ πάνω, δηλαδή, από τον Αλέξη Παπαχελά (18 φορές), τον Πάνο Καμμένο (15) ή την Ντόρα Μπακογιάννη (9). Εκτός από τα κεντρικά, τον απολαύσαμε επίσης και σε αρκετά "περιφερειακά" δελτία.

Αρχικά, η εμφάνισή του σόκαρε πολλούς: δεν είναι λίγο πράγμα, να καλείς ως αναλυτή ενός τόσο λεπτού θέματος τον μέχρι πρότινος πρόεδρο της Νεολαίας ΕΠΕΝ, του χουντικού δηλ. κόμματος που ίδρυσε το 1984 ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος! Κάποιοι αποχώρησαν, διαμαρτυρόμενοι, από τα δελτία που τον φιλοξενούσαν. Γρήγορα, όμως, το σκάνδαλο κουκουλώθηκε: ο κ. Βορίδης, μας διαβεβαίωναν από ένα σημείο και μετά οι παρουσιαστές, συμμετέχει στην όλη συζήτηση αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του δικηγόρου. Βέβαια, ουδέποτε κλήθηκε να απαντήσει επί νομικών μόνο ζητημάτων. Η παρέμβασή του υπήρξε καθαρά πολιτική: εξηγώντας μας λ.χ. ότι ο μαρξισμός αποτελεί "το φυτώριο της βίας", κατακεραυνώνοντας (με τη συνδρομή των Γ. Λιάγκα, Κ. Κιλτίδη και Δ. Καπράνου) τον άτυχο Παύλο Αθανασόπουλο και διαβεβαιώνοντάς μας πως το ΚΚΕ αποστασιοποιείται σήμερα από τις ένοπλες οργανώσεις "για λόγους τακτικής και μόνο" (Star 20.7.02)...

Φυσικά, ο αρχηγός μιας ακροδεξιάς οργάνωσης έχει κάθε δικαίωμα να παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση και να εκφράζει τις απόψεις του για οποιοδήποτε θέμα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν κανείς από τους συνομιλητές του, είτε από υπερβολική ευγένεια είτε για άλλους λόγους, δεν τολμά να του υπενθυμίσει κάποια στοιχειώδη πράγματα και να του υποβάλει τις δέουσες ερωτήσεις. Στην περίπτωσή μας, αυτές έχουν σχέση όχι τόσο με τη χούντα ή την προσωπική συμμετοχή του κ. Βορίδη σε βιαιότητες της δεκαετίας του '80 (βλ. αναλυτικά "Ιός" 9.6.02), όσο με τη μοναδική ελληνική τρομοκρατική οργάνωση που επιχείρησε μέχρι σήμερα να μιμηθεί την "επικοινωνιακή" πολιτική της ΕΟ 17Ν.

Κι όμως, από την τελευταία αυτή ιστορία, που απασχόλησε το πανελλήνιο και τη Δικαιοσύνη, έχουν περάσει οκτώ μόλις χρόνια!

Το ξεχασμένο ΜΑΒΗ...

Ηταν 10 Απριλίου 1994, όταν μια ομάδα ένοπλων κουκουλοφόρων, προερχόμενων από το ελληνικό έδαφος, πραγματοποίησε επιδρομή σε αλβανικό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων δίπλα στο βορειοηπειρωτικό χωριό Επισκοπή, σκότωσε εν ψυχρώ ένα στρατιώτη κι έναν αξιωματικό, τραυμάτισε βαριά τρεις άλλους, πήρε έναν όμηρο ώς τα ελληνικά σύνορα κι "απαλλοτρίωσε" μια δεκαπενταριά όπλα. Το ίδιο βράδυ, η εθνικιστική οργάνωση "Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου" (ΜΑΒΗ) διεκδίκησε το χτύπημα, στέλνοντας σχετική προκήρυξη στην "Ελευθεροτυπία".

Για προφανείς λόγους, η διεκδίκηση δεν έγινε πιστευτή από τα ΜΜΕ, που προτίμησαν να αποδώσουν την επιδρομή είτε σε "πράκτορες του Μπερίσα" είτε στην περίφημη "αλβανική μαφία". Στην ίδια την Αλβανία, το γεγονός έδωσε λαβή για ένα πογκρόμ διώξεων κατά της εκεί ελληνικής μειονότητας από τις αλβανικές υπηρεσίες ασφαλείας, με αποκορύφωμα τη δίκη 5 στελεχών της "Ομόνοιας" στο Αργυρόκαστρο. 

Η δίκη αυτή μόλις είχε τελειώσει όταν, στις 6 Οκτωβρίου 1994, το ΜΑΒΗ έστειλε στην "Ε" τα πειστήρια της ευθύνης του: μια αναλυτική προκήρυξη με την περιγραφή της επιχείρησης και μια φωτογραφία (με το λάβαρο της οργάνωσης και τα "απαλλοτριωμένα" από την Επισκοπή όπλα).

Η αντιγραφή της αντίστοιχης μεθοδολογίας της 17Ν, ύστερα από τις "απαλλοτριώσεις" του Συκουρίου και του Πολεμικού Μουσείου, ήταν κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανής.

... η εξάρθρωσή του...

Η τρίτη -και μοιραία για το ΜΑΒΗ- κίνηση σημειώθηκε στις 19 Μαρτίου 1995. Νυχτερινό μπλόκο της ΕΛ.ΑΣ. πραγματοποίησε έρευνα σε δυο οχήματα, ένα ΙΧ κι ένα φορτηγό, που κινούνταν στα ελληνοαλβανικά σύνορα, για να βρει -και να κατασχέσει- ένα πραγματικό οπλοστάσιο: 6 καλάσνικοφ με 878 σφαίρες, 2 πιστόλια "τοκάρεφ" με 42 σφαίρες, 1 φορητό ασύρματο, 1 ξιφολόγχη, δίκοπο μαχαίρι, κιάλια, στρατιωτικές στολές και μάλλινες κουκούλες. Οι 7 επιβάτες των δύο οχημάτων (ανάμεσά τους ο έφεδρος αξιωματικός Γ. Αναστασούλης κι ο πρώην αστυνομικός Απ. Καρβελάς) συνελήφθησαν. Είχαν φύγει από την Αθήνα στις 17.3 και διανυκτέρευσαν σε ξενοδοχείο του Αγρινίου. Στο ίδιο ξενοδοχείο είχαν μείνει, στις 8 Απρίλίου 1994, ο Γ. Αναστασούλης και άλλα άγνωστα άτομα.

Τις επόμενες μέρες ακολούθησαν νέες αποκαλύψεις. Ύστερα από "ανώνυμα τηλεφωνήματα" στον ΑΝΤ-1 και την Αντιτρομοκρατική, βρέθηκαν άλλα 7 καλάσνικοφ - το ένα στην Καισαριανή, τα υπόλοιπα 6 σ' ένα κιβώτιο, θαμμένο πριν από ένα χρόνο σε κτήμα της Παλλήνης από τον Αγγελο Κοκαβέση (με τη βοήθεια, όπως ο ίδιος κατέθεσε, του Αναστασούλη). Το σημαντικότερο ήταν, ωστόσο, ότι η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ. "ταυτοποίησε" 8 από τα κατασχεθέντα καλάσνικοφ και τοκάρεφ με συγκεκριμένα όπλα της φωτογραφίας που το ΜΑΒΗ είχε στείλει στην "Ε".

Επρόκειτο για μια καραμπινάτη υπόθεση τρομοκρατίας. Τον ορισμό αυτό δέχονται, εκ των υστέρων, και τα στελέχη των διωκτικών αρχών με άμεση γνώση της υπόθεσης. Η Μαίρη Μπόση, σύμβουλος του τότε υπουργού Δημ. Τάξης Στέλιου Παπαθεμελή, είναι λ.χ. κατηγορηματική: "Στο θέμα της ακροδεξιάς τρομοκρατίας, ο τόπος έχει γνωρίσει στο παρελθόν αρκετά δείγματα της δράσης τους. Τελευταία εμφάνιση του είδους έγινε με την οργάνωση ΜΑΒΗ στα γεγονότα της Επισκοπής (4 χιλιόμετρα από τα σύνορα σε αλβανικό έδαφος στις 10-4-1994), όπου δολοφόνησαν 2 Αλβανούς στρατιωτικούς και τραυμάτισαν αρκετούς στρατιώτες. Μέλη της οργάνωσης συνελήφθησαν στο Δελβινάκι της Ηπείρου (19-3-1995), ενώ ετοίμαζαν επιδρομή στο αλβανικό έδαφος" ("Ελλάδα και τρομοκρατία", Αθήνα 1996, σ. 222).

Αλλά κι ο διοικητής της Αντιτρομοκρατικής εκείνα τα χρόνια, Ιωάννης Παπαδάκης, μιλώντας στην εκπομπή του Πάνου Παναγιωτόπουλου για την τρομοκρατία (Alter-5 4.11.99), θα χρησιμοποιήσει τη "διάλυση" του ΜΑΒΗ από την υπηρεσία του (με "υπεύθυνο" τρόπο που "διαφύλασσε τα εθνικά συμφέροντα") ως το κατεξοχήν παράδειγμα επιτυχούς αντιτρομοκρατικής δράσης της περιόδου (βλ. αναλυτικά, "Ιός" 11.12.99). Οσο για την "υπευθυνότητα" στη διαχείριση της υπόθεσης, αυτή κατά πάσα πιθανότητα αφορά το τελικό δικαστικό "ξεφούσκωμά" της -και την τελική καταδίκη των 7 συλληφθέντων ως απλών ...λαθρεμπόρων όπλων, σε μόλις 3-4,5 χρόνια με αναστολή (20.2.97), που το εφετείο έσπευσε να μειώσει σε 18-20 μήνες (19.5.99). 

...και το "Ελληνικό Μέτωπο"

Κάπου εδώ, παρεμβάλλεται στην υπόθεσή μας το "Ελληνικό Μέτωπο" - και ο κ. Βορίδης προσωπικά. Βασικό άλλοθι της ηγετικής μορφής των συλληφθέντων, του έφεδρου αξιωματικού Γιώργου Αναστασούλη, ήταν η συμμετοχή του στο ιδρυτικό συνέδριο του "Ελληνικού Μετώπου", το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το ίδιο ακριβώς διήμερο με την τρομοκρατική ενέργεια του ΜΑΒΗ στην Επισκοπή! 

Σύμφωνα με το εκτενέστατο πόρισμα του αντεισαγγελέα Ελευθερίου Πατσή, που εισηγήθηκε τη μετατροπή των κατηγοριών από τρομοκρατική δράση σε λαθρεμπόριο όπλων (7.3.96), ο Αναστασούλης τη νύχτα της 8ης Απριλίου 1994 είχε διανυκτερεύσει, μαζί με 4 άλλα άτομα, στο ίδιο ξενοδοχείο του Αγρινίου όπου έμειναν ένα χρόνο αργότερα και οι "7", καθ' οδόν προς τη σύλληψή τους στο Δελβινάκι (σ.133). Ο ίδιος δήλωσε ότι συγκάτοικοί του το 1994 ήταν κάποια ανώνυμη "νεαρά" Βορειοηπειρώτισσα, "διαμένουσα εις Αγρίνιον και μετ' αυτού συναισθηματικώς συνδεομένη", της οποίας την ταυτότητα αρνείται ν' αποκαλύψει, μαζί με "τρεις εξαδέλφους αυτής, μη ανευρεθέντας" από τις διωκτικές αρχές (σ.157-8). 

Το επόμενο απόγευμα, όμως, ο ίδιος Αναστασούλης βρίσκεται στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει ("μετά της γνωστής του" Ελισάβετ Αμπατιέλου) "το συνέδριον του σωματείου 'Ελληνικόν Μέτωπον'" μέχρι τις 10-10.30 μ.μ. το βράδυ. Τουλάχιστον αυτό βεβαιώνουν η Αμπατιέλου και το στέλεχος του "Μετώπου" Γιώργος Μαρτίνος (σ.152). Την επομένη το πρωί επιστρέφει ξανά στο συνέδριο -όπως καταθέτουν η μητέρα του, η νονά του, μια γειτόνισσα και ο ίδιος ο Βορίδης, "μετά του οποίου αντήλλαξε χαιρετισμόν την 10π.μ. ώραν της δευτέρας ημερησίας συνεδριάσεως" (σ.153). 

Οι μαρτυρίες αυτές θεωρούνται από τον αντεισαγγελέα επαρκείς ενδείξεις ότι ο Αναστασούλης (στο ΙΧ του οποίου θα βρεθούν αργότερα τα όπλα του ΜΑΒΗ) "δεν αποκλείεται" να επανήλθε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου -"με συνέπειαν, να είναι λογικώς αδύνατη η παρουσία του εις το φονικόν επεισόδιον της Επισκοπής". Ο ισχυρισμός περί "αγνώστου νεαράς", ξαδερφιών της κ.λπ. θεωρήθηκε ωστόσο ψευδής, με σκοπό την απόκρυψη της προμήθειας των εν λόγω όπλων (σ.158-9).

Φυσικά, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς έκανε καθένας εκείνο το βράδυ. Σε τελική ανάλυση, είναι άλλωστε αδιάφορο - αφού η δικαστική εκκαθάριση της υπόθεσης έχει ολοκληρωθεί, με τον "υπεύθυνο" τρόπο που ολοκληρώθηκε. Αυτό που παραμένει ενδιαφέρον, είναι οι πολιτικές διαστάσεις του θέματος: η επίσημα διαπιστωμένη διαπλοκή ανάμεσα στο "Ελληνικό Μέτωπο" και τους συλληφθέντες με τα όπλα μιας τρομοκρατικής οργάνωσης ανά χείρας.

Κι αυτή τη διαπλοκή, κανένας από τους παραθυρόβιους συνομιλητές του κ. Βορίδη δεν βρέθηκε να του (και να μας) τη θυμίσει...



(Ελευθεροτυπία, 5/10/2002)



































Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

επιστολή της Ελληνικής Κυβέρνησης προς Μέρκελ


«Γνωρίζετε, Εξοχοτάτη, ότι η κυβέρνησή μου ανέλαβε με θάρρος τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος. Οι συνεχείς  προσπάθειές μας για στρατολόγηση και εξοπλισμό πιστών σωμάτων ασφαλείας, τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη εναντίον των κομμουνιστών στην πρωτεύουσα, σας είναι επίσης γνωστές […] 
Η κυβέρνησή μου δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μέσα, όσο σκληρά και αν πρέπει να είναι, εναντίον των οπλισμένων αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων, που πίστεψαν ότι βρήκαν ήδη την ευκαιρία για να μπορέσουν να επιβάλουν με τις αιματηρές και δολοφονικές τους ενέργειες τις φριχτές αρχές τους στον άτυχο και χειμαζόμενο ελληνικό λαό.»


η απάντηση:
Η καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ απηύθυνε συγχαρητήρια επιστολή προς τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά.
Η επιστολή, όπως δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα από την καγκελαρία, έχει ως εξής:
«Αξιότιμε κ. πρωθυπουργέ,
Σας συγχαίρω εγκαρδίως για την ανάληψη των καθηκόντων σας ως πρωθυπουργού της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Αναλαμβάνετε τα καθήκοντά σας σε μια δύσκολη στιγμή, κατά την οποία στρέφονται μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες προς εσάς και την κυβέρνησή σας. Για την μελλοντική σας εργασία ως πρωθυπουργός, σας εύχομαι καλή επιτυχία και καλή τύχη. Προσβλέπω με χαρά στη συνεργασία, η οποία θα ενισχύσει και θα εμβαθύνει την παραδοσιακά καλή και βαθιά φιλία μεταξύ των λαών μας.
Με φιλικούς χαιρετισμούς,
Άγκελα Μέρκελ».





20 Δεκεμβρίου 1943
Οι δυνάμεις κατοχής, αναζητώντας μια προσωπικότητα που θα μπορούσε να εφαρμόσει με μεγαλύτερη επιτυχία την πολιτική τους, προχώρησαν στην αντικατάσταση του πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου από τον έμπειρο πολιτικό Ιωάννη Ράλλη. 

Ο διορισμός του Ράλλη σηματοδότησε την έναρξη των διαδικασιών για τη δημιουργία ελληνικής ένοπλης δύναμης, με στόχο την αναχαίτιση του ΕΑΜ. Τον Απρίλιο του 1943 δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία εξοπλίστηκαν από τις δυνάμεις κατοχής. Ο λόγος που οδήγησε στη δημιουργία τους καταγράφεται σε επιστολή του Ιωάννη Ράλλη προς το διοικητή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα, στρατηγό Σπάιντελ, στις 20 Δεκεμβρίου 1943:

η πραγματική επιστολή:

«Γνωρίζετε, Εξοχότατε, ότι η κυβέρνησή μου ανέλαβε με θάρρος τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος. Οι συνεχείς  προσπάθειές μου για στρατολόγηση και εξοπλισμό πιστών σωμάτων ασφαλείας, τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη εναντίον των κομμουνιστών στην πρωτεύουσα, σας είναι επίσης γνωστές […] Η κυβέρνησή μου δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μέσα, όσο σκληρά και αν πρέπει να είναι, εναντίον των οπλισμένων αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων, που πίστεψαν ότι βρήκαν ήδη την ευκαιρία για να μπορέσουν να επιβάλουν με τις αιματηρές και δολοφονικές τους ενέργειες τις φριχτές αρχές τους στον άτυχο και χειμαζόμενο ελληνικό λαό.»


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ


"Η μελέτη των διοικητικών μηχανισμών του ελληνικού κράτους αποτελεί ακόμη και σήμερα ζητούμενο για την ιστορική έρευνα. Είναι ελάχιστα τα πράγματα που γνωρίζουμε για τη συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, για τη διάρθρωση και τη λειτουργία των Υπουργείων ή άλλων κρατικών υπηρεσιών. Το πλέον δυσπρόσιτο και σκοτεινό κομμάτι για την ιστορική έρευνα είναι αυτό των Σωμάτων Ασφαλείας και του ρόλου που διαδραμάτισαν στη σύγχρονη ελληνική ιστορία."
 Πριν τον πόλεμο, δύο ήταν τα Σώματα που είχαν την αρμοδιότητα για την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας. Η Βασιλική Χωροφυλακή, που ήδη από το Μεσοπόλεμο είχε αναλάβει τη διαφύλαξη του κοινωνικού καθεστώτος και η Αστυνομία Πόλεων, που είχε αρμοδιότητες τήρησης της τάξης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο υπερτιμημένος κίνδυνος του κομμουνισμού προσφέρονταν για πολιτική εκμετάλλευση, η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου σύστησε τη Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, που υπαγόταν στην Χωροφυλακή.[1]
Παράλληλα με την επιχειρησιακή υλοποιήθηκε και η νομοθετική οχύρωση του αστικού καθεστώτος απέναντι στον κομμουνιστικό κίνδυνο. Λίγες εβδομάδες πριν τη σύσταση της Ειδικής Ασφάλειας είχε κατατεθεί στη Βουλή το νομοσχέδιο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», το οποίο έγινε νόμος του κράτους το καλοκαίρι του 1929, ευρύτερα γνωστό ως «Ιδιώνυμο».[2] Αν και υπήρχε αντίστοιχη υπηρεσία της Αστυνομίας Πόλεων για τη δίωξη του κομμουνισμού, μετά την ίδρυσή της η Ειδική Ασφάλεια θα αναλάβει εξολοκλήρου τη δίωξη του εσωτερικού εχθρού. Στο αντικομμουνιστικό οπλοστάσιο των Σωμάτων Ασφαλείας, θα προστεθεί λίγο πριν τον πόλεμο το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων. Το Σώμα αυτό ιδρύθηκε τον Μάιο του 1939 από το δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά με επικεφαλής τον Αστυνόμο Νίκο Μπουραντά και λειτούργησε ως ένοπλη μονάδα άμεσης επέμβασης σε κάθε αναταραχή που προκαλούνταν στο κέντρο και στις συνοικίες της πόλης.[3]

Η δράση των Σωμάτων αυτών κατά τη διάρκεια της Κατοχής, που λόγω του αμιγώς αντικομμουνιστικού τους προσανατολισμού ήταν ήδη από τον Μεσοπόλεμο στελεχωμένα από ανάλογο δυναμικό, έχει μείνει στο σκοτάδι. Αντίθετα, τα επίσημα εθνικά ή κομματικά αφηγήματα καθώς και η συλλογική μνήμη, έχουν εστιαστεί σχεδόν αποκλειστικά στον προδοτικό ρόλο των Ταγμάτων Ασφαλείας, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον επίσης προδοτικό χαρακτήρα της δράσης της Χωροφυλακής και του Μηχανοκίνητου Τμήματος της Αστυνομίας Πόλεων. 
Η κεντρική θέση που υποστηρίζω σε αυτή την εισήγηση είναι ότι η εμφύλια σύγκρουση που εκδηλώθηκε τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής στην Αθήνα, στοιχίζοντας τη ζωή σε 2.000 περίπου ανθρώπους,[4] υπήρξε αποτέλεσμα δύο βασικών διαδικασιών: του γενικότερου σχεδιασμού των γερμανικών δυνάμεων κατοχής για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου στο βαλκανικό χώρο και της επιλογής της δωσίλογης κυβέρνησης του Ιωάννη Ράλλη να καταστείλει ένοπλα το εαμικό αντιστασιακό κίνημα. Εδώ θα εστιάσουμε την προσοχή μας στο χώρο των Σωμάτων Ασφαλείας και ιδιαίτερα στο ρόλο που διαδραμάτισε η Χωροφυλακή, ο οποίος παραμένει αδιερεύνητος.

Οι παραπάνω διαδικασίες ενεργοποιήθηκαν όταν πλέον έγιναν ορατοί οι κίνδυνοι που προέκυπταν για τις δύο συνεργαζόμενες πλευρές, από τη σημαντική ενίσχυση του ΕΑΜ κατά τη διάρκεια του 1943. Η εμφύλια σύγκρουση στην Αθήνα υπήρξε αποτέλεσμα της προσπάθειά τους να μεταφέρουν την αντιπαράθεση με το ΕΑΜ, από το πολιτικό πεδίο, όπου αυτό κατήγαγε συνεχείς νίκες, στο ένοπλο. Στο πλαίσιο αυτό, οι σχεδιασμοί των κατακτητών περιορίστηκαν στα χρονικά όρια που έθετε ο πόλεμος, ενώ αυτοί της δωσίλογης κυβέρνησης αλλά και του ΕΑΜ, αφορούσαν κυρίως τη μεταπολεμική περίοδο και συγκεκριμένα το κρίσιμο χρονικό διάστημα αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την άφιξη της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, προσδίδοντας σαφή πολιτικό χαρακτήρα στη μεταξύ τους σύγκρουση.
Η περίπτωση των Σωμάτων Ασφαλείας, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η εμφύλια σύγκρουση μετασχημάτισε μια κρατική υπηρεσία τήρησης της τάξης σε ένοπλη αντιεαμική δύναμη, η οποία με τη δράση της συνέβαλε στην κλιμάκωση της σύγκρουσης αυτής, μέσα από τη συνεχή διεύρυνση και εμβάθυνση του κύκλου της εμφύλιας βίας.
 
Το πλαίσιο ανάπτυξης των εμφύλιων ένοπλων συγκρούσεων στην κατοχική Αθήνα
 
Το 1943 υπήρξε έτος καμπής τόσο για την εξέλιξη του πολέμου στα μεγάλα μέτωπα της ανατολικής Ευρώπης και της Βορείου Αφρικής, μετά τις μεγάλες νίκες των συμμάχων έναντι των δυνάμεων του Άξονα, όσο και για την ανάπτυξη του εγχώριου αντιστασιακού κινήματος. Στην Αθήνα, το πρώτο τρίμηνο του 1943 σημαδεύτηκε από τις συνεχείς και μαζικές διαδηλώσεις των κατοίκων ενάντια στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης, που στόχευε στην αποστολή χιλιάδων Ελλήνων πολιτών προς εργασία στις παραγωγικές μονάδες της Γερμανίας. Μετά από τις αντιδράσεις αυτές το μέτρο αποσύρθηκε δίνοντας στην οργανωμένη αντίσταση τη μεγαλύτερη μέχρι τότε νίκη, μια νίκη την οποία καρπώθηκε σε μεγάλο βαθμό το ΕΑΜ, γεγονός που το κατέστησε την ισχυρότερη αντιστασιακή δύναμη στην πρωτεύουσα.
Οι δυνάμεις κατοχής, αναζητώντας μια προσωπικότητα που θα μπορούσε να εφαρμόσει με μεγαλύτερη επιτυχία την πολιτική τους, προχώρησαν στην αντικατάσταση του πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου από τον έμπειρο πολιτικό Ιωάννη Ράλλη. Ο διορισμός του Ράλλη σηματοδότησε την έναρξη των διαδικασιών για τη δημιουργία ελληνικής ένοπλης δύναμης, με στόχο την αναχαίτιση του ΕΑΜ. Τον Απρίλιο του 1943 δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία εξοπλίστηκαν από τις δυνάμεις κατοχής. Ο λόγος που οδήγησε στη δημιουργία τους καταγράφεται σε επιστολή του Ιωάννη Ράλλη προς το διοικητή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα, στρατηγό Σπάιντελ, στις 20 Δεκεμβρίου 1943:

«Γνωρίζετε, Εξοχότατε, ότι η κυβέρνησή μου ανέλαβε με θάρρος τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος. Οι συνεχείς  προσπάθειές μου για στρατολόγηση και εξοπλισμό πιστών σωμάτων ασφαλείας, τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη εναντίον των κομμουνιστών στην πρωτεύουσα, σας είναι επίσης γνωστές […] Η κυβέρνησή μου δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μέσα, όσο σκληρά και αν πρέπει να είναι, εναντίον των οπλισμένων αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων, που πίστεψαν ότι βρήκαν ήδη την ευκαιρία για να μπορέσουν να επιβάλουν με τις αιματηρές και δολοφονικές τους ενέργειες τις φριχτές αρχές τους στον άτυχο και χειμαζόμενο ελληνικό λαό.»
[5]

Πέρα όμως από τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, η επιλογή της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΕΑΜ, είχε επιπτώσεις και σε ένα άλλο νευραλγικό τμήμα του κρατικού μηχανισμού. Στην Αθήνα η κυβέρνηση Ράλλη επιδίωξε την πλαισίωση και ενίσχυση των Ταγμάτων Ασφαλείας, από τα Σώματα Ασφαλείας που είχαν πολυετή εμπειρία σε τέτοιου είδους δράση, ήδη από την περίοδο των διώξεων του προπολεμικού παράνομου ΚΚΕ.

Πριν ακόμη από το διορισμό του Ιωάννη Ράλλη, οι διαδικασίες που οδήγησαν στο μετασχηματισμό τμήματος των Σωμάτων Ασφαλείας σε δυνάμεις καταστολής του εαμικού αντιστασιακού κινήματος και κατ’ επέκταση σε άμεσους συνεργάτες των κατακτητών, είχαν δρομολογηθεί. Τον Απρίλιο του 1942 καταργήθηκε με νομοθετικό διάταγμα το Υπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας και από τότε η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων υπάχθηκαν στο Υπουργείο Εσωτερικών.[6] Στη δωσίλογη κυβέρνηση Λογοθετόπουλου που διορίστηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1942, ο Αναστάσιος Ταβουλάρης ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών. Όταν αντικαταστάθηκε ο Λογοθετόπουλος, η θέση του Ταβουλάρη ισχυροποιήθηκε, καθώς ευνοήθηκε από το πολιτικό παρασκήνιο γύρω από την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Ράλλη.
Στο παρασκήνιο αυτό πρωτοστάτησαν δύο προσωπικότητες από το προπολεμικό παρελθόν. Επιδιώκοντας να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην μεταπολεμική πολιτική ζωή, ο υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων Στυλιανός Γονατάς από κοινού με τον σφόδρα αντιβασιλικό στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο, προσφέρθηκαν να συνδράμουν την προσπάθεια της κυβέρνησης του βασιλόφρονα Ιωάννη Ράλλη για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας. Η συμβολή τους επικεντρώθηκε στην προσέλκυση έμπειρων αξιωματικών από τον ΕΔΕΣ της Αθήνας για τη στελέχωση των Ταγμάτων Ασφαλείας, με στόχο να τα θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Οι διεργασίες αυτές είχαν ως συνέπεια τη διάσπαση του ΕΔΕΣ Αθηνών, ανάμεσα στο αντιστασιακό – δημοκρατικό τμήμα του και αυτό που συνεργάστηκε στη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, γνωστό ως «προδοτικός» ΕΔΕΣ.[7]
Οι κινήσεις αυτές δεν περιορίστηκαν μόνο στο πεδίο της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο υψηλόβαθμος αξιωματικός της Χωροφυλακής Κων/νος Αντωνίου, μέσω του εδεσίτη Υπουργού Εσωτερικών Α. Ταβουλάρη «επιδιώχθη η διαφοροποίησις των εν τη Χωροφυλακή αντιλήψεων και κατευθύνσεων με απώτερον σκοπόν την δημιουργίαν προϋποθέσεων δια τους ανωτέρω αντικειμενικούς σκοπούς, οίτινες ήσαν και σκοποί των Γερμανών»,[8] μετατρέποντας ουσιαστικά τη Χωροφυλακή σε όργανο του κατακτητή.
Οι διεργασίες αυτές επιταχύνθηκαν το καλοκαίρι του 1943. Στα τέλη Ιουλίου έγινε γνωστή η ανατροπή του Μουσολίνι, ενώ στις αρχές του Σεπτέμβρη η Ιταλία συνθηκολόγησε με αποτέλεσμα την αποχώρηση των στρατευμάτων της από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσουν το οικονομικό και διοικητικό κόστος, αλλά και αυτό σε ανθρώπινες ζωές, που προέκυπτε από την επέκταση των εδαφών που πέρασαν υπό τον έλεγχό τους μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και από τη δράση του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, επέλεξαν τη λύση της υποδαύλισης των εμφύλιων συγκρούσεων, ενισχύοντας τις ποικίλες αντιεαμικές – αντικομμουνιστικές δυνάμεις σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Σε αυτό το κλίμα, ο Υπουργός Εσωτερικών Α. Ταβουλάρης πέτυχε τη στελέχωση της Χωροφυλακής με άτομα της εμπιστοσύνης του. Με το νόμο που του επέτρεπε να ανακαλεί στην υπηρεσία απόστρατους αξιωματικούς,[9] ο Ταβουλάρης επανέφερε στο Σώμα και μάλιστα ως επικεφαλής του, τον συγγενή και στενό συνεργάτη του Θεόδωρου Παγκάλου κατά την περίοδο της δικτατορίας, Κωνσταντίνο Γκίνο,[10] τον Αλέξανδρο Λάμπου, που τοποθετήθηκε επικεφαλής της Διεύθυνσης Ειδικής Ασφαλείας και τον Στυλιανό Παπαγρηγοράκη, ως Διευθυντή Ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών.[11] Και οι τρεις έλαβαν το βαθμό του Υποστρατήγου.

Οι πρώτες ενδείξεις. Η εμφάνιση της Χωροφυλακής στο προσκήνιο

Για πρώτη φορά η ένοπλη δράση της Χωροφυλακής ενάντια στο εαμικό αντιστασιακό κίνημα,
καταγράφηκε κατά την επιχείρηση καταστολής της μαζικότερης διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στην κατεχόμενη Ελλάδα. Η αιματηρή κατάληξη της μαζικής διαδήλωσης της 22ας Ιουλίου 1943 ενάντια στην επέκταση της ζώνης κατοχής του βουλγαρικού στρατού στην Κεντρική Μακεδονία, με τους 59 νεκρούς και τραυματίες,
[12] ήταν η πρώτη σημαντική εκδήλωση της νέας τακτικής που ακολουθούσε η κυβέρνηση Ράλλη. Αν και τα περισσότερα θύματα προήλθαν από γερμανικά πυρά, η συμμετοχή ανδρών της Ειδικής Ασφάλειας ήταν κάτι παραπάνω από ορατή. Τρεις μήνες μετά τη μεγάλη αυτή διαδήλωση, ο Νικόλαος Καίσαρης της Ειδικής Ασφάλειας και τρεις άλλοι υπαξιωματικοί της Χωροφυλακής, θα προαχθούν λόγω της συμβολής τους στην επιχείρηση κατά της «ενόπλου διαδηλώσεως αναρχικών στοιχείων τη 22-7-1943».[13]
Ενάμισι μήνα αργότερα η συνθηκολόγηση της Ιταλίας θα μεταβάλλει τα δεδομένα στην Αθήνα. Τις ημέρες που ακολούθησαν, μέσα από το τεράστιο «παζάρι» που είχε στηθεί ανάμεσα σε Ιταλούς στρατιώτες και μέλη του ΕΑΜ, ένα σημαντικό μέρος του ιταλικού στρατιωτικού εξοπλισμού πέρασε στα χέρια των εαμικών οργανώσεων, γεγονός που οδήγησε στην ουσιαστική ενεργοποίηση του ΕΛΑΣ της Αθήνας. Εκτός όμως από τον εξοπλισμό του ΕΛΑΣ, η αποχώρηση των Ιταλών ωφέλησε το εαμικό κίνημα και λόγω της μείωσης του ελέγχου που ασκούσαν οι κατοχικές δυνάμεις στις συνοικίες, αφού πολλά σημεία ελέγχου σταμάτησαν να λειτουργούν λόγω της αδυναμίας των Γερμανών να τα στελεχώσουν.

Η μαζικοποίηση του εαμικού κινήματος μέσα στο 1943, η ένοπλη καταστολή των μεγάλων διαδηλώσεων στο κέντρο της πόλης, ο εξοπλισμός του ΕΛΑΣ και η μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στις συνοικίες, οδήγησαν στο μετασχηματισμό της εαμικής αντιστασιακής δράσης. Οι πολυπληθείς πλέον οργανώσεις του ΕΑΜ, μετέφεραν τη δράση τους από το επικίνδυνο κέντρο της πόλης στις λαϊκές συνοικίες της, αναπτύσσοντας παράλληλα το ένοπλο τμήμα του.
Η έναρξη της σύγκρουσης
 
Οι επιπτώσεις που είχε η συνθηκολόγηση των Ιταλών έγιναν άμεσα ορατές. Τον ίδιο κιόλας μήνα, ένα επεισόδιο στη Ν. Ιωνία υπήρξε η αφετηρία της ένοπλης σύγκρουσης του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ με το Σώμα της Χωροφυλακής. Στις 24 Αυγούστου, ημέρα γενικής απεργίας στην Αθήνα που είχε προκηρυχθεί από το ΕΑΜ, έγινε το μεγάλο σαμποτάζ στο αμαξοστάσιο των τραμ στην Καλλιθέα. Άμεσα, οι δυνάμεις κατοχής συνέλαβαν 50 τροχιοδρομικούς με την απειλή της εκτέλεσης. Τη 1η Σεπτεμβρίου 1943 οι ανθρακωρύχοι της Καλογρέζας, υπό την καθοδήγηση της τοπικής οργάνωσης του Εργατικού ΕΑΜ, κατέβηκαν σε απεργία σε ένδειξη συμπαράστασης. Η απεργία χτυπήθηκε από τα Σώματα Ασφαλείας με αποτέλεσμα τη σύλληψη πέντε ανθρακωρύχων. Το ίδιο απόγευμα, περίπου 1.200 άτομα διαδήλωσαν διαμαρτυρόμενα για τη σύλληψη των συναδέλφων τους. Άνδρες του τοπικού Σταθμού Χωροφυλακής με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Δημήτριο Αλεξόπουλο, άνοιξαν πυρ σκοτώνοντας τρεις διαδηλωτές, ανθρακωρύχους από την Καλογρέζα, τον Παναγιώτη Κούτρα, τον Γεράσιμο Κεραμιδά και τον Παναγιώτη Γεωργίου. Περίπου ένα μήνα μετά και μέσα σ’ ένα κλίμα γενικευμένης αγανάκτησης και μίσους ενάντια στα Σώματα Ασφαλείας, ο Ταγματάρχης Αλεξόπουλος δολοφονήθηκε στη Ν. Ιωνία από μέλη του τοπικού ΕΛΑΣ.[14]       


Τα Σώματα Ασφαλείας θεώρησαν τη δολοφονία Αλεξόπουλου ως αφετηρία για την έναρξη των ένοπλων συγκρούσεων με τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ. Η αντικομμουνιστική προπαγάνδα της κυβέρνησης Ράλλη, εκμεταλλεύτηκε το συμβάν αυτό για να δείξει ότι πίσω από το εθνικοαπελευθερωτικό «προσωπείο» του ΕΑΜ κρύβονταν μια αντεθνική οργάνωση δολοφόνων, που εκτελούσε Έλληνες αξιωματικούς.[15] Αμέσως μετά το θάνατο του Αλεξόπουλου, ο Υπουργός Εσωτερικών Ταβουλάρης, εξέδωσε αυστηρή διαταγή προς όλες τις υπηρεσίες των Σωμάτων Ασφαλείας, στοχεύοντας στην τόνωση της χαμηλής μαχητικότητας των οργάνων:

«Εντέλλομαι όπως τα όργανα της χωροφυλακής και Αστυνομίας πόλεων επέμβουν με ζωηροτέραν ενεργητικότητα δια να πατάξουν αμειλίκτως τους θρασείς εχθρούς του Ελληνικού Λαού. Να συλλαμβάνουν αδιστάκτως κάθε πρόσωπον κατά του οποίου υπάρχουν αποδείξεις ότι ανήκει εις την [οργάνωσιν;] δολοφόνων της ΕΑΜ ή του ΕΛΑΣ. Και αδιστάκτως επίσης να κάμνουν χρήσιν των όπλων των εις στιγμήν καθ’ ην αι περιστάσεις το επιβάλλουν.»[16]

Η διαταγή αντανακλά το κλίμα της περιόδου. Η εντολή του επικεφαλής υπουργού για τη χωρίς δισταγμό χρήση των όπλων, πιστοποιούσε με τον πλέον επίσημο τρόπο, την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων στην πόλη. Η εν λόγω διαταγή, αλλά και η γενικότερη σκλήρυνση της στάσης της ηγεσίας των Σωμάτων Ασφαλείας απέναντι στο ΕΑΜ, δρομολόγησε τις διαδικασίες που έφεραν σε διάσταση το Σώμα της Χωροφυλακής με αυτό της Αστυνομίας Πόλεων. Ένα μήνα μετά τη διαταγή, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών Άγγελος Έβερτ, ζήτησε με έγγραφό του προς το Υπουργείο Εσωτερικών, την εξολοκλήρου ανάληψη της αρμοδιότητας για τη δίωξη των κομμουνιστών από τη Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας που υπαγόταν στη Χωροφυλακή, επικαλούμενος το γεγονός ότι η Αστυνομία «τυγχάνει επί τοσούτον απησχολημένη με τα καθημερινώς εμφανιζόμενα ζητήματα τάξεως και ασφαλείας, ώστε να μην είναι εις θέσιν να ασχοληθή και με ζητήματα της διώξεως του κομουνισμού».[17] Ένας από τους λόγους που οδήγησαν τον Άγγελο Έβερτ σε αυτή τη στάση, είχε να κάνει με το μεγάλο βαθμό διάβρωσης που είχε υποστεί το Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων από το ΕΑΜ. Η σημαντική επιρροή που είχε το ΕΑΜ στην Αστυνομία είχε φανεί τρεις μήνες νωρίτερα, όταν οι κατώτεροι αστυνομικοί υπάλληλοι κατήλθαν σε απεργία, γεγονός πρωτόγνωρο για τον κλάδο των αστυνομικών.[18]
Άμεση ήταν η αντίδραση του Διευθυντή της Ειδικής Ασφάλειας Α. Λάμπου. Με έγγραφό του προς το Υπουργείο Εσωτερικών, υποστήριξε ότι η Αστυνομία Πόλεων προσπαθεί να «αποφύγη την συμβολήν της εις την δίωξιν του κομμουνισμού» και χαρακτήρισε ως μη σοβαρή τη δικαιολογία του Α. Έβερτ, καθώς δεν είναι δυνατόν «εν τη περιφέρεια της Αστυνομίας Πόλεων να δρώσιν τόσον εμφανώς, δραστηρίως, και προκλητικώς τα αναρχικά στοιχεία […] πάντοτε ενεργούντα ταύτα χωρίς μάλιστα το αρμόδιον Αστυνομικόν Τμήμα να επιλαμβάνεται παντελώς και πολλάκις υπό τα όμματα των οργάνων», δημιουργώντας μια εικόνα που παρουσιάζει το Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων «ως συνεργαζόμενον μετά της αναρχικής οργανώσεως ΕΑΜ».[19]
Η διαμάχη ανάμεσα στα δύο Σώματα και η στάση που κράτησαν απέναντι στο ΕΑΜ, καταδεικνύει ότι η συνεργασία τους με τις αρχές κατοχής δεν αποτελούσε μονόδρομο. Το παράδειγμα της Αστυνομίας Πόλεων, σε αντίθεση με αυτό της Χωροφυλακής, δείχνει ότι η συμμετοχή στη δίωξη των μελών του ΕΑΜ, ήταν περισσότερο ζήτημα προσώπων και των επιλογών που αυτά έκαναν, παρά αναγκαία επιλογή υπό την πίεση των κατακτητών.
 
Η στελέχωση της Ειδικής Ασφάλειας με νέο δυναμικό

Για να ανταποκριθεί η Χωροφυλακή και ιδιαίτερα η Ειδική Ασφάλεια στα νέα της καθήκοντα,
έπρεπε να στελεχωθεί με νέο δυναμικό. Όπως προκύπτει από τις καταθέσεις σε μεταπολεμικές δίκες οργάνων της Ειδικής Ασφάλειας, ο Υπουργός Εσωτερικών και ο Διευθυντής της Ειδικής, στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν τη μαχητικότητα της Χωροφυλακής, παραμέρισαν πολλούς από τους «γραφειοκράτες» αξιωματικούς της. Το νέο δυναμικό της Ειδικής, εντάχθηκε σε αυτή χωρίς να τηρηθούν τα οριζόμενα από τον οργανισμό της Χωροφυλακής. Σύμφωνα με την κατάθεση του Συνταγματάρχη και Διοικητή της Σχολής Χωροφυλακής Ποθητού Π.:

«Ο Υπουργός μου είπεν «τι να σας κάνω των μονίμων που δεν θέλατε να στραπατσάρετε την γραβάτα του κομουνιστού». […] Από τις ομάδες και ουχί από τα υπεύθυνα όργανα εξετελέσθησαν πολλοί εις τους δρόμους. […] Η Ασφάλεια κατέτασσε άτομα ως χωροφύλακας καθάρματα, άλλα μεν εχρησιμοποιήθησαν ως προδόται του Λάμπου και άλλα έφυγαν και πήγαν εις τα ΕΣ-ΕΣ.»
[20]

Αυτά τα «καθάρματα» και οι «προδόται», εντάχθηκαν στην Ειδική είτε ως χωροφύλακες άνευ θητείας, είτε ως ιδιώτες που έγιναν άμεσα βαθμοφόροι και συγκρότησαν ομάδες κρούσης. Οι ομάδες αυτές, σύμφωνα με τον Υποδιοικητή της Ειδικής Ασφάλειας, Συνταγματάρχη Χωροφυλακής Αναστάσιο Π., στελεχώνονταν από «εν ενεργεία αξιωματικούς ως επί κεφαλής, αλλά δεν είχον [αυτοί] την πρωτοβουλίαν. Ήσαν τυπικώς. Πρωτοβουλίαν είχον οι ομαδάρχαι. Εντάσσοντο εις την Χωροφυλακήν όργανα άνευ ουδεμίας διατυπώσεως. Ευρέθησαν δε κατόπιν γενομένου παρ’ εμού ελέγχου, 35 τούτων (οργάνων) να βαρύνονται με κοινά εγκλήματα τους οποίους και απέλυσα. Δεν υπήρχε πειθαρχία εις τας ομάδας, ήσαν εν μπουλούκι άτακτο.»[21]
Με ομαδάρχες τους Παρθενίου, Πουλή, αδελφούς Μαντά, Παναγιωτόπουλο και άλλους, οι ομάδες αυτές ανέλαβαν το κομμάτι της δράσης της Ειδικής Ασφάλειας το οποίο κινήθηκε εκτός νομιμότητας, δηλαδή συλλήψεις χωρίς εντάλματα, βασανισμοί μέχρι θανάτου, εκτελέσεις χωρίς καταδικαστικές αποφάσεις. Το νέο αυτό «αίμα» της Ειδικής, καθοδηγούμενο από μόνιμα στελέχη τα οποία προσαρμόστηκαν στο νέο ρόλο της υπηρεσίας, συνέβαλε στον επιδιωκόμενο από τους προϊσταμένους μετασχηματισμό της. Μια κρατική υπηρεσία συλλογής πληροφοριών, μεταβλήθηκε σε ομάδα κρούσης που ασκούσε ανεξέλεγκτη βία όχι μόνο σε μέλη του ΕΑΜ, αλλά και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων.  
Το χειμώνα του 1943-44 τρεις ήταν οι κύριες δεξαμενές άντλησης δυναμικού για τη στελέχωση των νέων ομάδων της Ειδικής Ασφάλειας: μέλη διαφόρων εθνικών οργανώσεων της επαρχίας, που μετά την έναρξη των εμφύλιων συγκρούσεων και τη διάλυσή τους από τον ΕΛΑΣ αναζήτησαν καταφύγιο στην Αθήνα, [22] οι αντικομμουνιστικές οργανώσεις της πόλης και άτομα του κοινού εγκλήματος, τα οποία επεδίωκαν οικονομικά οφέλη από τη δράση τους στην Ειδική.
Εντάσσοντας πολλά από τα άτομα αυτά στο δυναμικό της και προμηθεύοντας μέλη αντικομμουνιστικών οργανώσεων («προδοτικός» ΕΔΕΣ, οργάνωση Χ, Εθνική Ένωση Βασιλοφρόνων κ.α.) με ταυτότητες, η Ειδική συγκρότησε ένα δίκτυο συνοικιακών ομάδων. Χαρακτηριστική περίπτωση υπήρξε αυτή του Ιωάννη Σ., ο οποίος «συνέδραμε» την ΕΚΚΑ του Συνταγματάρχη Ψαρρού και αποφάσισε μετά τη δολοφονία του από αντάρτες του ΕΛΑΣ, να συγκροτήσει μαζί με τον Μοίραρχο Ζαββό μια «ομάδα από εθνικόφρονα παιδιά προς ενίσχυσιν της χωροφυλακής.»[23] Ελέγχοντας την ευρύτερη περιοχή της Ν. Ιωνίας, αυτή η ομάδα της Ειδικής, συνεργάστηκε στενά με την οργάνωση «Χ». Σύμφωνα με την κατάθεση του Συνταγματάρχη Νικολάου Μ.: «Την εποχήν εκείνην εγώ ήμην διοικητής της οργανώσεως Χ και ο [Ιωάννης] Σ. έδωσε ταυτότητας με γερμανικάς υπογραφάς σε μερικούς μαχητάς μου οι οποίοι έφυγον από την οργάνωσιν. Η Ειδική Ασφάλεια κατά το 1943 ότε επήλθεν η πτώσις της Ιταλίας μας διευκόλυνε πολύ να οπλισθούμε.»[24]
Σε απάντηση λοιπόν του εξοπλισμού του ΕΛΑΣ με ιταλικό στρατιωτικό υλικό μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Ειδική Ασφάλεια εξόπλισε μέλη αντικομμουνιστικών οργανώσεων, συγκροτώντας ομάδες κρούσης. Η ομάδα Ιωάννη Σ. στη Ν. Ιωνία, του ανθυπομοίραρχου της Ειδικής Αντωνίου Παναγιωτόπουλου σε Σεπόλια - Κολωνό, της οικογένειας Πανολιάσκου στο Μεταξουργείο, της οικογένειας Παπαγεωργίου στο Παγκράτι, Αγήνορα στους Αμπελόκηπους, του ενωμοτάρχη της Ειδικής Ευάγγελου Χανιώτη στα Πατήσια, υπήρξαν μερικές από τις εστίες αναχαίτισης της συνεχώς διευρυνόμενης επιρροής του ΕΑΜ στην πόλη.
Παράλληλα, το νέο δυναμικό της Ειδικής Ασφάλειας, με βάση το επιταγμένο ξενοδοχείο «Κρυστάλ» της οδού Ελπίδος, ξεπέρασε σε αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, κάποιους από τους μόνιμους αξιωματικούς και οπλίτες, οι οποίοι δίσταζαν να συμμετάσχουν σε παράτυπες ενέργειες που εξυπηρετούσαν άμεσα τον κατακτητή. Η κατάθεση του Ταγματάρχη Χωροφυλακής Γεωργίου Γ., αποκαλύπτει μερικά από τα κίνητρα που ώθησαν πολλούς να καταταγούν στην Ειδική Ασφάλεια.
Μετά την ένταξη, αρκετοί πέτυχαν την απόσπασή τους σε διάφορες υπηρεσίες της Γκεστάπο και των SS, καθώς «όσοι ειργάζοντο εις τους Γερμανούς είχον συμφέρον, έπερνον και αυτοί από τα πλιάτσικα των Γερμανών». Ήταν δε τόσο επωφελής η υπηρεσία στους Γερμανούς που «όταν διετάχθη η ανάκλισις των απεσπασμένων παρά τας γερμανικάς υπηρεσίας πολλοί δεν ηθέλησαν να επανέλθουν εις την Ασφάλειαν.»[25]
Όπως προκύπτει από την παραπάνω κατάθεση, αλλά και από πολλές άλλες, η Ειδική Ασφάλεια λειτούργησε και ως συντονιστής διαφόρων αντικομμουνιστικών οργανώσεων, δημιουργώντας σχέσεις μεταξύ των μελών τους σε ένα δίκτυο που περιλάμβανε άτομα με παράλληλες ταυτότητες και ταυτόχρονες δράσεις. Σε αυτό το πολύμορφο αντικομμουνιστικό και αντιεαμικό πλέγμα οργανώσεων, υπηρεσιών και ομάδων, συμμετείχαν όργανα της Ειδικής Ασφάλειας, του Μηχανοκίνητου Τμήματος της Αστυνομίας Πόλεων, μέλη γερμανικών υπηρεσιών κατασκοπίας όπως η «Μπουντ» και η «3.000»,[26] γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας όπως η GFP της Βέρμαχτ και SD των SS [27] και αντικομμουνιστικών οργανώσεων.
Χαρακτηριστική περίπτωση της λειτουργίας των παραπάνω οργανώσεων και κρατικών υπηρεσιών ως συγκοινωνούντων δοχείων, ήταν αυτή του υπαστυνόμου Νικολάου Μ. Ο Νικόλαος Μ. ενώ υπηρετούσε στο Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων, ήταν παράλληλα μέλος και ένας από τους οργανωτές του τμήματος Θησείου της οργάνωσης «Χ», το οποίο εξοπλίστηκε με τη μεσολάβηση του ανθυπομοίραρχου της Ειδικής Ασφάλειας Παπαγρηγοράκη, ο οποίος υπήρξε παράλληλα και ενεργό μέλος της γερμανικής οργάνωσης αντικατασκοπίας «3.000»:

«Yπηρετούσα εις το μηχανοκίνητο Τμήμα. […] Εγώ είχα οργανώσει την Χ του Θησείου, ο δε Παπαγρηγοράκης παρέδωσε όπλα εις τον Υπολοχαγόν Μιχαήλ Α. και Μιχαλόπουλον καθώς και αυτόματα, τα οποία είδα που συνώδευεν με αυτοκίνητο με την ομάδαν του μέχρις της αποθήκης [της οργάνωσης «Χ»] επί της οδού Ηρακλειδών 16.»
[28]
    
Οι ποικίλες μορφές της βίας
 
Με έδρα το κτίριο επί των οδών Δεριγνί και Γ΄ Σεπτεμβρίου, κρατητήριο και χώρο ανακρίσεων το επιταγμένο ξενοδοχείο «Κρυστάλ» επί της οδού Ελπίδος 5 και φυλακές το κτίριο του Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα στην οδό Πειραιώς, η Ειδική θα αποτελέσει τον κύριο οργανωτή της κρατικής αντιεαμικής δράσης στην Αθήνα. Στις πληροφορίες και τους σχεδιασμούς που αυτή πραγματοποιούσε, στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι επιχειρήσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας.
Η Ειδική Ασφάλεια, αξιοποιώντας τις εκ των έσω πληροφορίες σχετικά με τη δράση μελών του ΕΑΜ στους μαζικούς χώρους, κατάφερε το Νοέμβριο του 1943 το πρώτο ισχυρό πλήγμα εναντίον τους. Τα Τάγματα Ασφαλείας από κοινού με άνδρες της Χωροφυλακής, πραγματοποίησαν τη μεγαλύτερη έως τότε επιχείρηση κατά των εαμικών οργανώσεων. Βάσει πληροφοριών που είχε συγκεντρώσει η Ειδική Ασφάλεια, καταγράφοντας σε ονομαστικές καταστάσεις περισσότερα από 200 μέλη του ΕΑΜ στα στρατιωτικά νοσοκομεία της Αθήνας, συνελήφθησαν περίπου 1.500 ανάπηροι πολέμου, οι οποίοι στοιβάχτηκαν στα δωμάτια - κελιά των φυλακών Χατζηκώνστα. Η επισήμανση που συνόδευε τις καταστάσεις αυτές είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε: 

«Η ταχεία σύλληψις των θα προσφέρη τεραστίας υπηρεσίας ουχί μόνον εις την τάξιν του Νοσοκομείου και εις την κοινωνίαν των Αθηνών, αλλά εις ολόκληρον την Ελληνικήν κοινωνίαν. Το σύνθημα υμών ως Κρατικών οργάνων και ως Ελλήνων είναι εν και μόνον (θάνατος και μόνον θάνατος εις τους διαφθορείς των Εθνικών και Ιστορικών μας ιδεωδών).»
[29]

Το γεγονός ότι τα λόγια αυτά δεν διατυπώνονταν από μέλη κάποιας αντικομμουνιστικής οργάνωσης, αλλά από κρατικά όργανα, πιστοποιεί τη διολίσθηση των Σωμάτων Ασφαλείας σε ένα κύκλο αίματος. Σύντομα, ο αγώνας των προασπιστών «των Εθνικών και Ιστορικών ιδεωδών», ανταμείφθηκε και με σημαντικά υλικά οφέλη. Οι μαρτυρίες στις μεταπολεμικές δίκες οργάνων της Ειδικής Ασφάλειας, βρίθουν από περιπτώσεις χρηματισμού τους για την απελευθέρωση κρατουμένων από τις φυλακές Χατζηκώνστα. Σύμφωνα με την κατάθεση του Γεωργίου Γ., ταγματάρχη Χωροφυλακής και υπασπιστή του Διευθυντή της Ειδικής Ασφάλειας: «Εγίνοντο πολλά παζαρέματα και εκβιάσεις υπό οργάνων της Ειδικής Ασφαλείας και δι’ αυτό απηγορεύθησαν αι συλλήψεις, ειμή μόνον κατόπιν διαταγών. […] Εγένετο εμπόριον συλλήψεων και αποφυλακίσεων.»[30]
Εκτός από τις χρυσές λίρες που άλλαζαν χέρια μέσα στα γραφεία και τα κρατητήρια της Ειδικής, υλικές απολαβές προέκυπταν και από την επιβράβευση των Γερμανών «προϊσταμένων». Έτσι, τα Χριστούγεννα του 1943 και μετά από τις πρόσφατες επιτυχίες της Ειδικής, ο επικεφαλής της υποστράτηγος Λάμπου γνωστοποίησε στο δυναμικό της ότι ο Ανώτατος Αρχηγός των Σωμάτων Ασφαλείας Στρατηγός των SS Σίμανα, «ο πολλαπλός μέχρι σήμερον επιδείξας το ενδιαφέρον του προς τους άνδρας της υπηρεσίας μου, επιθυμών και εμπράκτως να διατρανώση την προς αυτούς εκτίμησίν του δια την κατά του κομμουνισμού δράσιν των […] παρεχώρησε […] ως δώρον δια τας εορτάς των χριστουγέννων 10 σάκκους νήματος. Το νήμα τούτο θα εκποιήσω και το εξ αυτού εισπραχθησόμενον ποσόν θα διανείμω εις τους οπλίτας αναλόγως των επιτυχιών, ας μέχρι σήμερον έκαστος έσχεν.»[31]
Μετά τα σημαντικά χτυπήματα που κατάφερε η Ειδική Ασφάλεια και τα Τάγματα Ασφαλείας στις μαζικές οργανώσεις του ΕΑΜ στα νοσοκομεία των αναπήρων και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σειρά είχαν οι συνοικίες. Τον Μάρτιο του 1944, άνδρες της Ειδικής οργάνωσαν και πρωτοστάτησαν, σε μια νέα μορφή ένοπλης τρομοκρατίας, η οποία έθεσε στο στόχαστρο όχι μόνο μέλη του ΕΑΜ, αλλά τους κατοίκους ολόκληρων συνοικιών.
Διαβάστε αύριο στο tvxs.gr: Το μπλόκο της Καλογρέζας
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


[1] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Α, 21.2.1929
[2] Ο νόμος 4229 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», εισήχθη στη Βουλή προς ψήφιση από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και τέθηκε σε ισχύ στις 25 Ιουλίου 1929.
[3] Για τη δράση του στην κατοχική Αθήνα βλέπε, Αλέξανδρος Αυδής, Οι Μπουραντάδες, Αθήνα, Νέα Θέσις, 2006.
[4] Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν προκύψει από την έρευνά μου, τα θύματα της εμφύλιας σύγκρουσης από τις εκατέρωθεν δολοφονίες, εκτελέσεις, συμπλοκές, μάχες και από τις καταδόσεις στους κατακτητές, προσεγγίζουν τα 2.000 άτομα. Για μια αναλυτική παρουσίαση του «εσωτερικού» μετώπου, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Η Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2012, σ. 215-320.
[5] Herman Frank Meyer, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Αθήνα, Εστία 2003, σελ. 471.             
[6] Κωνσταντίνος Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής 1933-1965, Αθήνα 1965, σελ. 1877.
[7] Για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και το ρόλο που διαδραμάτισαν προσωπικότητες του προπολεμικού πολιτικού και στρατιωτικού κόσμου, Χαραλαμπίδης, Η Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης, σ. 216-221.
[8] Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής, σ. 1876.
[9] Νόμος 298/1-6-1943 (ΦΕΚ 193/2-6-1943).
[10] Αντωνίου, Ιστορία Ελληνικής, σ. 1881.
[11] Στο ίδιο, σ. 1882. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο ο γιος του Λάμπου όσο και αυτός του Παπαγρηγοράκη υπηρέτησαν την ίδια περίοδο ως αξιωματικοί στην Ειδική Ασφάλεια.
[12] Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, Κατάστασις ονομαστική των φονευθέτων και τραυματισθέντων κατά την απεργίαν της 22 Ιουλίου 1943, Αρχείο Ηρακλή Πετμεζά στα ΓΑΚ.  
[13] ΦΕΚ 276/21-10-1943/Γ΄ και ΦΕΚ 283/24-10-1943/Γ΄, παρατίθεται στο Ιάσων Χανδρινός,«Το τιμωρό χέρι του λαού». Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη Αθήνα (1942-1944), Αθήνα 2009, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, σ. 35.
[14] Ιωνιώτες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, ΠΕΑΕΑ Νέας Ιωνίας 1998, σελ. 29.
[15] Χαρακτηριστικό είναι άρθρο με τίτλο «Νέα εγκλήματα των κομμουνιστών» την επομένη της δολοφονίας Αλεξόπουλου, εφημερίδα Πρωία, 28 Σεπτεμβρίου 1943.
[16] Αρίθμ. 20/1/1/29-9-1943 διαταγή του Υπουργείου Εσωτερικών, Αρχείο ΕΔΑ, φ.. 244, ΑΣΚΙ.
[17] Αρίθμ. 5235 Φ.26/95/20-10-1943 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πόλεως Αθηνών,  παρατίθεται στο Απόστολος Δασκαλάκης, Ιστορία της ελληνικής χωροφυλακής: χρονικής  περιόδου 1936-1950, Αθήνα, Αρχηγείο Χωροφυλακής, 1973, τ.2, σελ. 186.
[18] Η απεργία κηρύχθηκε στις 23 Ιουνίου 1943, είχε διάρκεια οκτώ ημερών και η μαζική συμμετοχή σε αυτή «καθόρισε οριστικά τη θέση της Αστυνομίας Πόλεων στο πλευρό του Ελληνικού Λαού στον επικό αγώνα της Εθνικής Αντίστασης», Χρ. Παπαναστασίου, «Η απεργία των κατωτέρων αστυνομικών υπαλλήλων κατά την περίοδο της Κατοχής (23-30 του Ιούνη 1943)», Εθνική Αντίσταση, Συλλογή 8η, 1965, σ. 822. Σύμφωνα με τον Παπαναστασίου, στο ΕΑΜ οργανώθηκε η μισή δύναμη της Αστυνομίας Πόλεων, οι 1.700 από τους 3.500 άνδρες της.
[19] Αρίθμ. 59/15/1/16-11-1943 έγγραφο της Δ/νσεως Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, παρατίθεται στο Δασκαλάκης, Ιστορία της, σ. 186.
[20] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/1945, ΓΑΚ.
[21] Στο ίδιο.
[22] Σύμφωνα με την κατάθεσή του σε μεταπολεμική δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, ο  Λοχαγός Πεζικού Τίτος Μ., έφυγε το 1943 από το αντάρτικο του Ζέρβα, ήρθε στην Αθήνα και εντάχθηκε στην Ειδική Ασφάλεια με το ψευδώνυμο Θανόπουλος όπου τοποθετήθηκε επικεφαλής λόχων. Το Δεκέμβριο του 1943 κατέφυγε στην Αθήνα από το Μεσολόγγι και ανέλαβε το 4ο γραφείο δίωξης κομμουνιστών της Ειδικής Ασφάλειας, ο Ταγματάρχης της Χωροφυλακής Δημήτριος Μ., «διότι εκινδύνευε από τους κομουνιστάς να συλληφθή», Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/1945, ΓΑΚ.
[23] Απολογία Ιωάννη Σ., Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 5-9,11-16/18 Νοεμβρίου 1946 και 5 Μαρτίου 1947.
[24] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 5-9,11-16/18 Νοεμβρίου 1946 και 5 Μαρτίου 1947.
[25] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/1945, ΓΑΚ.
[26] Οι οργανώσεις αντικατασκοπίας «ΜΠΟΥΝΤ» και «3.000» είχαν συσταθεί από τις αρχές κατοχής και στελεχωθεί κυρίως από Έλληνες, με στόχο τη συγκέντρωση πληροφοριών για τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων και δικτύων, που φυγάδευαν πολίτες στο εξωτερικό (κυρίως τη Μ. Ανατολή) και παρείχαν πληροφορίες στις συμμαχικές δυνάμεις. Κεντρικό ρόλο στην οργάνωση «3.000» διαδραμάτισε ο γιος του Διευθυντή Ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών Υποστράτηγου Χωροφυλακής Στυλιανού Παπαγρηγοράκη, ο οποίος υπηρετούσε ως Ανθυπομοίραρχος στην Ειδική Ασφάλεια, εφημερίδες Ελευθερία, 5 Νοεμβρίου 1946 και Ριζοσπάστης, 12 Αυγούστου 1947.
[27] Για τη δράση της GFP της Βέρμαχτ και SD των SS, καθώς και των Ελλήνων πρακτόρων τους, βλέπε «Μια κατάθεσις», Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως, τ. 25-26, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1960, σ. 81-101.
[28] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 1, 3-8, 21-22, 24, 26-28, 38-39,46 και 113/1947, ΓΑΚ.
[29] «Κατάστασις απολύτως αποδεδειγμένων κομμουνιστών εδρευόντων εν τω Β’ Στρατ.   Νοσοκομείω (Μονή Πετράκη)» και «Κατάστασις εμφαίνουσα κομμουνιστικά στελέχη του Γ’ Στρατ. Νοσοκομείου (Αμπελόκηποι)», Μικρές Συλλογές ΓΑΚ, Κ 163.
[30] Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών, πρακτικά 926, 930, 931, 933, 950-953, 980, 999, 1045, 1131, 1132/Οκτώβριος – Νοέμβριος 1945, ΓΑΚ.
[31] Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους, Ημερήσια Διαταγή της 27ης Δεκεμβρίου 1943, φακ. 51, Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, ΕΛΙΑ